HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κουφαίνω — definition

Conjugation of κουφαίνω

Regular CEFR B2
kuˈfe.no

κάνω κάποιον να ακούει ήχο υψηλής έντασης, που θα μπορούσε να τον κάνει κουφό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κουφαίνω
εσύ κουφαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό κουφαίνει
εμείς κουφαίνουμε
εσείς κουφαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά κουφαίνουν
Παρατατικός
εγώ κούφαινα
εσύ κούφαινες
αυτός / αυτή / αυτό κούφαινε
εμείς κουφαίναμε
εσείς κουφαίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά κούφαιναν
Αόριστος
εγώ κούφανα
εσύ κούφανες
αυτός / αυτή / αυτό κούφανε
εμείς κουφάναμε
εσείς κουφάνατε
αυτοί / αυτές / αυτά κούφαναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κουφάνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κουφάνω
εσύ κουφάνεις
αυτός / αυτή / αυτό κουφάνει
εμείς κουφάνουμε
εσείς κουφάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά κουφάνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κούφαινε
εσείς κουφαίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κούφανε
εσείς κουφάνετε
Απαρέμφατο αορίστου
κουφάνει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κουφαίνομαι
εσύ κουφαίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κουφαίνεται
εμείς κουφαινόμαστε
εσείς κουφαίνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κουφαίνονται
Παρατατικός
εγώ κουφαινόμουν
εσύ κουφαινόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κουφαινόταν
εμείς κουφαινόμασταν
εσείς κουφαινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κουφαίνονταν
Αόριστος
εγώ κουφάθηκα
εσύ κουφάθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κουφάθηκε
εμείς κουφαθήκαμε
εσείς κουφαθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κουφάθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κουφαθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κουφαθώ
εσύ κουφαθείς
αυτός / αυτή / αυτό κουφαθεί
εμείς κουφαθούμε
εσείς κουφαθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κουφαθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κουφαίνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς κουφαθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κουφαθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary