Meaning of κουλούρι | Babel Free
/kuˈluɾi/Ορισμοί
- αρτοσκεύασμα συνήθως σε στρογγυλό σχήμα και πασπαλισμένο με σουσάμι
-
ο βαθμός μηδέν στο σχολείο ή σε εξετάσεις figuratively
Παραδείγματα
“Ο κουλουράς φωνάζει «κουλούρια Θεσσαλονίκης!».”
“Τα γραπτά σας είναι όλο κουλούρια.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.