Meaning of κοσμικός | Babel Free
/ko.zmiˈkos/Ορισμοί
- που αναφέρεται ή προέρχεται από τον κόσμο, το σύμπαν
- που αναφέρεται σε κοινωνικές εκδηλώσεις
- που αναφέρεται στην κοινωνία και όχι στην εκκλησία ή τη θρησκεία
Παραδείγματα
“η κοσμική ακτινοβολία”
“η γνωστή κοσμική κυρία έκανε την εμφάνισή της στη δεξίωση του εφοπλιστή”
“※ τα μοτίβα αυτά είναι κυρίαρχα: τα νέα ήθη, τα λούσα, οι διασκεδάσεις, η κοσμική ζωή, η μόδα, απειλούν και υπομονεύουν την οικογένεια αλλά και παραδοσιακούς θεσμούς και αξίες γενικότερες (Σάτιρα και πολιτική στη νεώτερη Ελλάδα: από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού & Γενικής Παιδείας, 1979, σελ. 95)”
“το κοσμικό κράτος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.