HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κοσμικός | Babel Free

Adjective CEFR B2
/ko.zmiˈkos/

Ορισμοί

  1. που αναφέρεται ή προέρχεται από τον κόσμο, το σύμπαν
  2. που αναφέρεται σε κοινωνικές εκδηλώσεις
  3. που αναφέρεται στην κοινωνία και όχι στην εκκλησία ή τη θρησκεία

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“η κοσμική ακτινοβολία”
“η γνωστή κοσμική κυρία έκανε την εμφάνισή της στη δεξίωση του εφοπλιστή”
“※ τα μοτίβα αυτά είναι κυρίαρχα: τα νέα ήθη, τα λούσα, οι διασκεδάσεις, η κοσμική ζωή, η μόδα, απειλούν και υπομονεύουν την οικογένεια αλλά και παραδοσιακούς θεσμούς και αξίες γενικότερες (Σάτιρα και πολιτική στη νεώτερη Ελλάδα: από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού & Γενικής Παιδείας, 1979, σελ. 95)”
“το κοσμικό κράτος”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κοσμικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course