Meaning of κοντεύω | Babel Free
/konˈde.vo/Ορισμοί
- φτάνω πιο κοντά σε κάποιο τόπο ή στόχο, πλησιάζω
-
κινδυνεύω να πάθω κάτι ανεπιθύμητο figuratively
Παραδείγματα
“※ Νεογέννητο κόντεψε να κάει ζωντανό μέσα σε θερμοκοιτίδα (*)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.