HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κοκοράκι

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B2
ko.koˈɾa.ci

Ορισμοί

  1. υποκοριστικό του κόκορας
  2. χαϊδευτικά ο κόκορας
  3. μικρός κόκορας
  4. ≈ συνώνυμα: κοκορόπουλο, πετεινάρι
  5. μικρό υπερυψωμένο τσουλούφι στο μπροστινό μέρος του τριχωτού της κεφαλής, συνήθως σε αγοράκια
    figuratively
  6. σπάσιμο της φωνής, παραφωνία στην ψηλή περιοχή
    figuratively

Ισοδύναμα

Englishcockerel
Españolgallitogallo
Françaiscoquelet
23 more languages
Българскипе́тле
Češtinakohoutek
Ελληνικάπετεινάρι
Magyarkiskakas
Bahasa Indonesiaayam jantan muda
한국어어린 수탉
Latinagallus
Latviešugailēns
Македонскипетле
Nederlandshaantje
ਪੰਜਾਬੀککڑ
Portuguêsfrangogalo
Românăcocoșel
Русскийпетушок
Slovenčinakohútik
Kiswahilijimbi
Tiếng Việtgà cồ

Παραδείγματα

“※ Δεν ήταν πάνω από είκοσι χρονώ, μάτια όλο κίνηση κι ένα άταχτο κοκοράκι να πέφτει στο μέτωπο. (Μάριος Χάκκας, Το σινεμά [διήγημα])”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κοκοράκι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free