HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κοινόβιο

Ουσιαστικό CEFR B2
ciˈno.vi.o

Ορισμοί

μορφή μοναστικής οργάνωσης κατά την οποία οι μοναχοί έχουν κοινή τράπεζα, δεν πληρώνονται για τα διακονήματά τους, δεν έχουν δικά τους χρήματα και έχουν ηγούμενο

Ισοδύναμα

33 more languages
Българскиобщина
Catalàcenobi
Češtinaobec
Danskkommune
Ελληνικάκοινότητα
Հայերենհամայնք
Bahasa Indonesiakomune
Íslenskasveitarfélag
ភាសាខ្មែរឃុំសង្កាត់
Kurdîkomûnxa
LëtzebuergeschGemeng
Lietuviųsavivaldybė
Malagasykaominina
Македонскиопштина
Nederlandsgemeente
Slovenčinaobec
Shqipkomune
Svenskakommun
Türkçekomün
Українськагромада
Tiếng Việtxá

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κοινόβιο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free