Meaning of κλασικός | Babel Free
/kla.siˈkos/Ορισμοί
- που ανήκει ή αναφέρεται στην περίοδο της αρχαίας ελληνικής ιστορίας που ξεκινά μετά τους Περσικούς Πολέμους (479 π.Χ.) και τελειώνει με το θάνατο του Αλεξάνδρου (323 π.Χ.)
- ελληνορωμαϊκός, που ανήκει ή αναφέρεται στον πολιτισμό της ακμής της Αρχαίας Ελλάδας και της Ρώμης
- νευτώνειος, προκβαντικός, που αφορά την κλασική-νευτώνεια μηχανική
- εξαιρετικός, αξεπέραστος
- που αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του είδους του
Παραδείγματα
“κλασική εποχή, κλασική τέχνη”
“κλασικές σπουδές, κλασικές γλώσσες”
“κλασική μηχανική”
“κλασικά παραμύθια”
“κλασικός τεμπέλης”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.