Meaning of κλακέτα | Babel Free
/kla.ˈce.ta/Ορισμοί
- συσκευή με δύο αρθρωτές πλάκες πάνω στις οποίες αναγράφονται τα στοιχεία της σκηνής που γυρίζονται και με το χτύπημά τους στην αρχή της λήψης διευκολύνεται το μοντάζ και ο συγχρονισμός εικόνας και ήχου
- χορός με ρυθμικό χτύπημα των παπουτσιών, ώστε να παράγεται ένας χαρακτηριστικός ήχος
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.