Meaning of κιπά | Babel Free
Ορισμοί
μικρός σκούφος που φορούν στο κεφάλι οι άνδρες Εβραίοι κατά τη διάρκεια θρησκευτικών τελετών
Παραδείγματα
“※ Μέχρι να παρκάρει και να βγει απ’ τ’ αμάξι, η πόρτα είχε ανοίξει κι η Μάρω περίμενε στο κατώφλι. Φορούσε ένα φαρδύ κοτλέ με γυρισμένα τα μπατζάκια, κόκκινο φούτερ και μαύρα τερλίκια, κι ένα πλεχτό, γαλάζιο σκουφί γεμάτο τρύπες, τόσο μικροσκοπικό, που στεκόταν στην κορυφή του κεφαλιού της σαν εβραϊκό κιπά.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.