HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κετόνη | Babel Free

Noun CEFR B1
/ceˈto.ni/

Ορισμοί

  1. κατηγορία οργανικών ενώσεων που περιέχουν καρβονύλιο (C=Ο) και χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία
  2. γυναικείο επώνυμο

Ισοδύναμα

English Ketone

Παραδείγματα

“※ Η κετοξέωση συνήθως έρχεται σιγά-σιγά, αλλά όταν υπάρχει εμετός επέρχεται σε λίγες ώρες. Τα πρώτα συμπτώματα είναι η δίψα, ξηροστομία, συχνοουρία, συνήθως υψηλό ζάχαρο και υψηλά επίπεδα κετόνης στα ούρα (Βίκτωρ Γ. Παπαγιαννόπουλος, Σακχαρώδης διαβήτης, εκδ. Vipafarm, 2001, σελ. 123)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κετόνη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course