Meaning of κετόνη | Babel Free
/ceˈto.ni/Ορισμοί
- κατηγορία οργανικών ενώσεων που περιέχουν καρβονύλιο (C=Ο) και χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία
- γυναικείο επώνυμο
Ισοδύναμα
English
Ketone
Παραδείγματα
“※ Η κετοξέωση συνήθως έρχεται σιγά-σιγά, αλλά όταν υπάρχει εμετός επέρχεται σε λίγες ώρες. Τα πρώτα συμπτώματα είναι η δίψα, ξηροστομία, συχνοουρία, συνήθως υψηλό ζάχαρο και υψηλά επίπεδα κετόνης στα ούρα (Βίκτωρ Γ. Παπαγιαννόπουλος, Σακχαρώδης διαβήτης, εκδ. Vipafarm, 2001, σελ. 123)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.