HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κετόνη

Ουσιαστικό CEFR B1
ceˈto.ni

Ορισμοί

  1. κατηγορία οργανικών ενώσεων που περιέχουν καρβονύλιο (C=Ο) και χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία
  2. γυναικείο επώνυμο

Ισοδύναμα

EnglishKetone
Françaiscétone
18 more languages
Българскикетон
Danskketon
DeutschKeton
Esperantoketono
Suomiketoni
Italianochetone
日本語ケトン
ភាសាខ្មែរសេតូន
한국어케톤
Bahasa Melayuketon
Nederlandsketon
Portuguêscetona
Românăcetonă
Русскийкетон
Svenskaketon
Türkçeketon
Tiếng Việtxê-tônxeton

Παραδείγματα

“※ Η κετοξέωση συνήθως έρχεται σιγά-σιγά, αλλά όταν υπάρχει εμετός επέρχεται σε λίγες ώρες. Τα πρώτα συμπτώματα είναι η δίψα, ξηροστομία, συχνοουρία, συνήθως υψηλό ζάχαρο και υψηλά επίπεδα κετόνης στα ούρα (Βίκτωρ Γ. Παπαγιαννόπουλος, Σακχαρώδης διαβήτης, εκδ. Vipafarm, 2001, σελ. 123)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κετόνη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free