κενοδοξία
Ορισμοί
η ιδιότητα του κενόδοξου· το να νοιάζεται κανείς και να επιδιώκει πράγματα μάταια, ασήμαντα, και να τα επιδεικνύει
Ισοδύναμα
14 more languages
Българскисуета
Češtinamarnivost
Ελληνικάματαιοδοξία
Suomiturhamaisuus
Galegojactância
Italianovanagloria
ქართულიპატივმოყვარეობა
Latinavanitas
Românăorgoliu
Українськамарносла́вство
Παραδείγματα
“Near-synonyms: αλαζονεία f (alazoneía), υπεροψία f (yperopsía)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free