καψαϊκίνη
Ορισμοί
χημική ένωση που βρίσκεται στις κόκκινες πιπεριές (και άλλων φυτών του γένους Capsicum), η οποία είναι υπεύθυνη για την πικάντικη / καυτή γεύση τους
Ισοδύναμα
12 more languages
Catalàcapsaïcina
Češtinakapsaicin
DeutschCapsaicin
Suomikapsaisiini
Italianocapsaicina
日本語カプサイシン
한국어캡사이신
Polskikapsaicyna
Portuguêscapsaicina
Русскийкапсаици́н
ไทยแคปไซซิน
中文辣椒素
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free