Meaning of Καυκάσιος | Babel Free
/kafˈka.si.os/Ορισμοί
- άτομο το οποίο κατάγεται ή κατοικεί στον Καύκασο
- που κατάγεται απ' τον Καύκασο
- ο φυλετικά λευκός
Ισοδύναμα
English
Caucasian
Παραδείγματα
“※ Αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να έρθουν στην Ελλάδα, στις αρχές του 1920, με παρότρυνση του ελληνικού κράτους και της τότε κυβέρνησης Βενιζέλου. Οι πρώτες συζητήσεις για την εγκατάσταση των Καυκασίων στην Ελλάδα ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1919, όταν δημιουργήθηκε το Διαρκές Γενικό Συμβούλιο Ποντίων Ελλήνων, το οποίο συμφώνησε τελικά με την αναγκαιότητα της μετανάστευσης των Ελλήνων του Καρς, παρά τις αρχικές διαφωνίες μεταξύ των μελών για την παραμονή τους στις εστίες τους και την ένταξη στο σχεδιαζόμενο κράτος του Πόντου. Είχαν ήδη προηγηθεί 3.260 Καυκάσιοι που εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία το 1915.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.