Meaning of κατηχώ | Babel Free
/ka.tiˈxo/Ορισμοί
- μαθαίνω σε κάποιον που θέλει να γίνει χριστιανός τα σχετικά με τη χριστιανική πίστη, λατρευτική πρακτική και παράδοση
-
μαθαίνω σε κάποιον τα σχετικά με μια θρησκεία, τον μυώ σ’ αυτή broadly
-
προσπαθώ να πειθαναγκάσω κάποιον να δεχτεί / ενστερνιστεί τις απόψεις ή ιδέες μου figuratively
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.