Meaning of κατακτώ | Babel Free
/ka.taˈkto/Ορισμοί
- κυριεύω μια περιοχή ή μια χώρα, συνήθως χρησιμοποιώντας στρατιωτική δύναμη κι αφαιρώντας την πολιτική της ανεξαρτησία
- αποκτώ πρόσβαση σε ένα χώρο που δεν είχα πριν
- αποκτώ κάτι με επίμονες προσπάθειες, επιτυγχάνω ένα στόχο
- ασκώ θετική επίδραση σε κάποιον με τη συμπεριφορά μου
- προκαλώ ερωτική έλξη και ενδιαφέρον σε κάποιον
Ισοδύναμα
English
conquer
Παραδείγματα
“Ο Μέγας Αλέξανδρος κατέκτησε την Ασία.”
“Ο άνθρωπος κατέκτησε το φεγγάρι.”
“≈ συνώνυμα: υποτάσσω”
“Η ομάδα επιδιώκει να κατακτήσει το πρωτάθλημα.”
“Μας έχει κατακτήσει με την ευγένειά του.”
“≈ συνώνυμα:”
“Δεν δυσκολευόταν να κατακτήσει τις γυναίκες με το χαμόγελό του.”
“≈ συνώνυμα: γοητεύω”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.