HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κατάταξη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
kaˈta.ta.ksi

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατάσσω
  2. η τοποθέτηση κάποιου (προσώπου ή πράγματος) από ένα ευρύτερο σύνολο σε μια σειρά
  3. : ≈ συνώνυμα: ταξινόμηση
  4. η ένταξη κάποιου (προσώπου ή πράγματος) σε μια καθορισμένη κατηγορία
  5. τοποθέτηση, βάλσιμο, θέση
  6. η εισαγωγή κάποιου στις τάξεις του στρατού

Ισοδύναμα

42 more languages
Azərbaycan dilitəsnifat
Esperantoklasado
Gaeilgeaicmiú
Kurdîbeter
Lietuviųklasifikacija
Македонскикласификација
Bahasa Melayukedudukanpengelasan
ਪੰਜਾਬੀਵਰਗੀਕਰਨ
Kiswahiliuainishaji

Παραδείγματα

“Η κατάταξη της ομάδας βελτιώθηκε μετά τη νίκη.”

The team's ranking improved after the win.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κατάταξη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free