Meaning of βαθμολογία | Babel Free
Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθμολόγιο accusative, nominative, plural, vocative
- ο βαθμός που έβαλε σε κάποιον ή κάτι ένας βαθμολογητής
- οι βαθμοί που έχουν συγκεντρώσει οι συμμετέχοντες σε ένα διαγωνισμό, πρωτάθλημα κλπ
Παραδείγματα
“※ Σε περίπτωση που μεταξύ των δυο συνολικών βαθμολογιών υπάρχει διαφορά μεγαλύτερη από το 10% της μέγιστης δυνατής βαθμολογίας του μαθήματος, τότε το γραπτό δοκίμιο αναβαθμολογείται με την ακόλουθη διαδικασία: (α) Καλύπτονται οι βαθμολογίες των δύο βαθμολογητών και ο αναβαθμολογητής βαθμολογεί το γραπτό χωρίς να τις γνωρίζει. (Ο περί Διεξαγωγής των Παγκύπριων Εξετάσεων Νόμος του 2006 (22(I)/2006), cylaw.org, 2006 https://www.cylaw.org/nomoi/enop/ind/2006_1_22/section-sc9773a810-d52e-5c09-19b9-6c316257bb6d.html)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.