κατάκαυση
Ορισμοί
-
η ολοσχερής καύση, η ολική αποτέφρωση rare
-
η αργή έκρηξη όπως αυτή των εκρηκτικών που χρησιμοποιούνται ως προωθητικό υλικό (λ.χ. σε εκτοξεύσεις) rare
-
μέθοδος ελεγχόμενης χρήσης φωτιάς περιμετρικά μιας πυρκαγιάς σε αγροτοδασική έκταση, με στόχο το κάψιμο της καύσιμης ύλης σε συγκεκριμένο εύρος και τη διαπλάτυνση των ζωνών με καμένο υλικό, ώστε να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα η πυρκαγιά να υπερπηδήσει αυτές τις ζώνες neologism
Ισοδύναμα
18 more languages
العربيةحرق
Българскиизгаряне
Ελληνικάαποτέφρωση
日本語焼却
Bahasa Melayupenunuan
Românădeflagrație
Türkçetükenmişlik sendromu
Українськавигоряння
Παραδείγματα
“η κατάκαυση των ξύλινων μερών της κατασκευής ήταν αποτέλεσμα της αργοπορημένης αντίδρασης στο ξέσπασμα της φωτιάς”
“※ Τη δυνατότητα χρήσης του αντιπυρός και της κατάκαυσης θα έχουν στο εξής οι δυνάμεις της Πυροσβεστικής. (Φωτιές: Τι είναι η μέθοδος «αντιπύρ» που βρίσκεται πια στη φαρέτρα των πυροσβεστών - Πότε θα μπορεί να εφαρμόζεται εφημ. Έθνος, 25/06/2022 https://www.ethnos.gr/greece/article/213582/fotiestieinaihmethodosantipyrpoybrisketaipiasthfaretratonpyrosbestonpotethamporeinaefarmozetai)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free