HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

καπό

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. : το μεταλλικό κάλυμμα του αμαξώματος που καλύπτει το χώρο όπου είναι τοποθετημένη η μηχανή του αυτοκινήτου
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

Ισοδύναμα

5 more languages
Češtinakapota
Italianocuffia
Nederlandshuifkapmuts
Русскийкапоркапот

Παραδείγματα

“το καπό του αυτοκινήτου σου θέλει βάψιμο”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καπό σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free