Meaning of καπό | Babel Free
Ορισμοί
- : το μεταλλικό κάλυμμα του αμαξώματος που καλύπτει το χώρο όπου είναι τοποθετημένη η μηχανή του αυτοκινήτου
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Ισοδύναμα
English
Hood
Παραδείγματα
“το καπό του αυτοκινήτου σου θέλει βάψιμο”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.