Meaning of καντάρι | Babel Free
/kanˈdaɾi/Ορισμοί
- ρωμαϊκή μονάδα βάρους, ίση με 44 οκάδες (56,408 κιλά)
- είδος ζυγαριάς (ρωμαϊκής προέλευσης) που αποτελείται από ένα μεταλλικό δίσκο και μεταλλικό βραχίονα με ενδείξεις, στον οποίο υπάρχει κινούμενο αντίβαρο
- μεγάλη ποσότητα από κάτι
Παραδείγματα
“τα εκατό καντάρια το ασήμι”
the hundred kantars of silver
“εις την φαμπρίκαν αναλούν κάθε χρόνον από εκατόν καντάρια κάρβουνα”
in the factory they consume annually a hundred kantars of coal
“λίγη δράση και πέντε καντάρια έρωτα”
some action and a moderately large amount of passion
“ηλεκτρονικό καντάρι βαρέως τύπου”
high-load electronic balance
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.