HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καμινέτο | Babel Free

Noun CEFR B2
/ka.miˈne.to/

Ορισμοί

  1. ειδική φορητή συσκευή, που με την προσάρτηση φιάλης προπανίου, βουτανίου ή άλλου υλικού στο κάτω μέρος δημιουργεί φλόγα στο πάνω μέρος της συσκευής και χρησιμοποιείται στη μαγειρική
  2. ανάλογη συσκευή που από ειδικό επιστόμιο βγάζει ρυθμιζόμενη φλόγα για διάφορες χρήσεις και εργασίες
    broadly

Ισοδύναμα

English Blowtorch

Παραδείγματα

“※ Ο Σωτήρης ξύπνησε, έβαλε να ψήσει καφέ στο καμινέτο. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καμινέτο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course