Meaning of καλμάρω | Babel Free
/kalˈma.ɾo/Ορισμοί
- ηρεμώ, γαληνεύω
- καταπραΰνω
- μειώνω ή μετριάζω την ένταση
- γαληνεύω
Παραδείγματα
“※ Ο θυμός του γραμματικού είχε καλμάρει. (Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)”
“※ Κάνουμε τόπο να ξαπλώσει, του μιλούμε φιλικά, προσπαθούμε να καλμάρουμε τα νεύρα του. (Τάκης Αδάμος Ο όρκος του Μακρή [διήγημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.