καλοβλέπω
Ορισμοί
-
βλέπω καλά, καθαρά intransitive
-
βλέπω καλά, καθαρά (κάποιον ή κάτι) transitive
-
βλέπω με ευχαρίστηση ή, γενικότερα, με καλή διάθεση (κάποιον ή κάτι) transitive
Παραδείγματα
“(κατ’ επέκταση) (μεταφορικά), (ειρωνικό) εποφθαλμιώ”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free