HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καλμάρω — definition

Conjugation of καλμάρω

Regular CEFR B1
kalˈma.ɾo

μειώνω ή μετριάζω την ένταση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καλμάρω
εσύ καλμάρεις
αυτός / αυτή / αυτό καλμάρει
εμείς καλμάρουμε
εσείς καλμάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά καλμάρουν
Παρατατικός
εγώ κάλμαρα
εσύ κάλμαρες
αυτός / αυτή / αυτό κάλμαρε
εμείς καλμάραμε
εσείς καλμάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά κάλμαραν
Αόριστος
εγώ κάλμαρα
εσύ κάλμαρες
αυτός / αυτή / αυτό κάλμαρε
εμείς καλμάραμε
εσείς καλμάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά κάλμαραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καλμάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καλμάρω
εσύ καλμάρεις
αυτός / αυτή / αυτό καλμάρει
εμείς καλμάρουμε
εσείς καλμάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά καλμάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κάλμαρε
εσείς καλμάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κάλμαρε
εσείς καλμάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
καλμάρει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary