Meaning of καθρέφτης | Babel Free
/kaˈθɾe.ftis/Ορισμοί
- λεία επιφάνεια που αντανακλά το φως σχηματίζοντας ένα ψευδές είδωλο
- αντικείμενο που περιέχει τέτοια επιφάνεια
-
οτιδήποτε φανερώνει με διαυγή τρόπο τα χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου, ενός συνόλου, μιας κατάστασης κλπ figuratively
-
η μπροστινή όψη της υπερκατασκευής πλοίου που φέρεται η γέφυρα του πλοίου idiomatic
- η όψη της κάθετης πρύμνης της βάρκας (του άβακα)
Ισοδύναμα
English
mirror
Παραδείγματα
“το σπάσιμο ενός καθρέφτη, λένε, σημαίνει εφτά χρόνια γρουσουζιά”
“Η τηλεόραση είναι καθρέφτης της κοινωνίας (εφημερίδα Τα Νέα, 19 Ιουλίου 2010)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.