HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καθρέφτης | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Standard
/kaˈθɾe.ftis/

Ορισμοί

  1. λεία επιφάνεια που αντανακλά το φως σχηματίζοντας ένα ψευδές είδωλο
  2. αντικείμενο που περιέχει τέτοια επιφάνεια
  3. οτιδήποτε φανερώνει με διαυγή τρόπο τα χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου, ενός συνόλου, μιας κατάστασης κλπ
    figuratively
  4. η μπροστινή όψη της υπερκατασκευής πλοίου που φέρεται η γέφυρα του πλοίου
    idiomatic
  5. η όψη της κάθετης πρύμνης της βάρκας (του άβακα)

Ισοδύναμα

English mirror

Παραδείγματα

“το σπάσιμο ενός καθρέφτη, λένε, σημαίνει εφτά χρόνια γρουσουζιά”
“Η τηλεόραση είναι καθρέφτης της κοινωνίας (εφημερίδα Τα Νέα, 19 Ιουλίου 2010)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καθρέφτης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course