Meaning of καθολικός | Babel Free
/ka.θo.liˈkos/Ορισμοί
- που αναφέρεται σε ή περιλαμβάνει όλα τα μέλη ενός συνόλου
- σχετικός με τον καθολικισμό
Παραδείγματα
“Η καθολική αντίσταση του λαού απέναντι στον κατακτητή...”
“η Καθολική Εκκλησία, το καθολικό δόγμα”
“και με θηλυκό καθολικιά στον προφορικό λόγο”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.