Meaning of καγχάζω | Babel Free
/kaŋˈxa.zo/Ορισμοί
γελάω τεχνητά, δείχνοντας αποδοκιμασία ή σαρκασμό ή και πικρία
Παραδείγματα
“※ Όντα και Πράγματα που όνομα δεν έχουν / και τ’ άσαρκα ποδάρια των στην κάμαρή μου τρέχουν / και κάμνουν στο κρεβάτι μου κύκλο για να με διούνε — / και με κοιτάζουν σαν να με γνωρίζουν / σαν να καγχάζουν άφωνα που τώρα με φοβίζουν. (Κωνσταντίνος Καβάφης, Τρόμος)”
“※ Κι όσο η Σταμάτα παλλόταν, έτρεμε κι έκανε σπασμωδικές κινήσεις, τόσο η πιτσιρικαρία ευθυμούσε περισσότερο και προστίθενταν κι άλλοι κι άλλοι και κάγχαζαν κάγχαζαν, χειροκροτούσαν, σφύριζαν, φώναζαν (Μαίρη Μικέ, Κόκκινες ουλές, Εκδόσεις Ίκαρος, 2015 https://books.google.gr/books?id=flbuCgAAQBAJ&lpg=PT33&dq=%CF%80%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1&pg=PT33#v=onepage&q=%CF%80%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1&f=false)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.