κέντημα
Ορισμοί
- η ενέργεια του κεντάω (σε ύφασμα)
- η διαδικασία διακόσμησης ενός υφάσματος με σχέδια η οποία γίνεται με βελόνα και κλωστή κεντήματος
- η ενέργεια του κεντάω (στη σημασία: τσιμπάω): το τσίμπημα που γίνεται από οξύ, μυτερό όργανο ή, γενικά, αντικείμενο
- η δημιουργία πλεκτού εργόχειρου με βελονάκι για κέντημα και ψιλή κλωστή
-
το τελειωμένο, κεντημένο εργόχειρο broadly
-
πάρα πολύ καλή δουλειά figuratively
-
κάτι που χρειάζεται πολύ λεπτοδουλειά για να γίνει figuratively
Ισοδύναμα
29 more languages
Παραδείγματα
“Το κέντημα του μαντηλιού πήρε πολλές ώρες.”
The embroidery of the handkerchief took many hours.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free