Meaning of κέντημα | Babel Free
/ˈcen.di.ma/Ορισμοί
- η ενέργεια του κεντάω (σε ύφασμα)
- η διαδικασία διακόσμησης ενός υφάσματος με σχέδια η οποία γίνεται με βελόνα και κλωστή κεντήματος
- η ενέργεια του κεντάω (στη σημασία: τσιμπάω): το τσίμπημα που γίνεται από οξύ, μυτερό όργανο ή, γενικά, αντικείμενο
- η δημιουργία πλεκτού εργόχειρου με βελονάκι για κέντημα και ψιλή κλωστή
-
το τελειωμένο, κεντημένο εργόχειρο broadly
-
πάρα πολύ καλή δουλειά figuratively
-
κάτι που χρειάζεται πολύ λεπτοδουλειά για να γίνει figuratively
Ισοδύναμα
English
Embroidery
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.