HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κάψουλα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Standard
kaˈpsu.la

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. άλλη μορφή του κάψουλα
  3. θήκη με κυλινδρικό, σφαιρικό ή ωοειδές σχήμα που περιέχει φάρμακο
  4. οποιαδήποτε θήκη που περιέχει μια ποσότητα από κάποιο υλικό
    broadly
  5. οποιαδήποτε θήκη που περιέχει κάποιο αντικείμενο ή οργανισμό για να προστατευθεί από το περιβάλλον
    broadly

Ισοδύναμα

31 more languages
العربيةكَبْسُولة
Българскикапсула
Bosanskikapsulatok
Catalàcàpsula
Češtinakapsletobolka
Danskkapsel
DeutschKapsel
فارسیکپسول
Galegobagaña
Hrvatskikapsulatok
Íslenskahylki
ქართულიკაფსული
한국어삭과캡슐
Kurdîtok
Nederlandscapsule
Portuguêscápsulacapsule
Românăcapsulă
Slovenčinakapsula
Slovenščinakapsula
Српскиkapsulatok
Tagalogkapsula
Türkçekapsül
Українськакапсула
中文膠囊

Παραδείγματα

“Ο γιατρός μού έδωσε μία κάψουλα κάθε πρωί.”

The doctor gave me one capsule every morning.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κάψουλα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free