Meaning of κάτασπρος | Babel Free
/ˈkataspɾos/Ορισμοί
συνώνυμο του κατάλευκος, που είναι εντελώς άσπρος χωρίς κανένα άλλο χρώμα
adjective
Ισοδύναμα
English
snow-white
Παραδείγματα
“Μες σ’ αυτή τη βάρκα είμαι μοναχή, Κι έχω συντροφιά μου κάτασπρο πουλί.”
In this boat, I am all alone, And I have for company a snow-white bird.
“※ Το πρόσωπο της Ελένης Λαμπρινού φαινόταν ήσυχο, αλλά τα χέρια της, όπως έσφιγγαν τα μπράτσα της πολυθρόνας, είχαν γίνει κάτασπρα από το σφίξιμο. (Γιάννης Μαρής (1959) Επικίνδυνο καλοκαίρι [νουβέλα])”
“※ Είχε κιόλας καταφθάσει κόσμος κι ο Κωσταντής ήταν μες στις φούριες. Φρεσκολουσμένος, με το τσιμπούκι του, κάτασπρο πουκάμισο, ναυτικό καπέλο και κολόνια λεβάντας που ευωδίαζε. (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.