Meaning of κάνουλα | Babel Free
/ˈka.nu.la/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- μηχανισμός βρύσης με μικρό σωλήνα και στρόφιγγα, ρουμπινές
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Κανούλας)
-
βρυσούλα σε ξύλινο βαρέλι especially
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.