Meaning of ιστορικός | Babel Free
/i.sto.riˈkos/Ορισμοί
- ο σχετικός με την ιστορία
- που έχει καταγραφεί από την επιστήμη της ιστορίας ότι πραγματικά υπήρξε ή έγινε
- που έχει χαρακτηριστεί ως εξαιρετικής σημασίας και έχει καταγραφεί ή θα καταγραφεί ως τέτοιος στην ιστορία
- για χρόνο που αναφέρεται στο παρελθόν
- το ουδέτερο ως ουσ: Το ιστορικό .
Παραδείγματα
“ιστορική επιστήμη”
“ιστορικό μυθιστόρημα”
“κανείς δεν αμφισβητεί ότι ο Ιησούς ήταν ένα ιστορικό πρόσωπο”
“μια ιστορική στιγμή για το ελληνικό ποδόσφαιρο”
“ιστορικός ενεστώτας”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.