Meaning of ηχείο | Babel Free
/iˈçi.o/Ορισμοί
- η ηλεκτρική ή ηλεκτρονική συσκευή που μεταδίδει ή ενισχύει τον ήχο
- το κοίλο μέρος που έχουν τα έγχορδα μουσικά όργανα και στο οποίο παράγεται ο ήχος τους
Ισοδύναμα
English
speaker
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.