Meaning of ηδονή | Babel Free
/i.ðoˈni/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- η ιδιαίτερα έντονη απόλαυση των αισθήσεων κατά τη διάρκεια της ικανοποίησης ενστίκτων, κυρίως της γενετήσιας ορμής
-
η έντονη ευχαρίστηση που αισθανόμαστε ψυχικά, διανοητικά ή ηθικά από την επετέλεση ορισμένεων ενεργειών general
Ισοδύναμα
English
pleasure
Παραδείγματα
“※ Το θέμα της ηδονής, πνευματικής και σαρκικής, απασχολεί τη φιλοσοφική σκέψη από την αρχαιότητα. (Χ. Λ. Καράογλου, Εκτός ορίων, 2+1 κείμενα για τον Καβάφη, εκδ. University Studio Press, 2000, σελ. 28)”
“※ Ξαναπαντρεύτηκε, μου είπε εμπιστευτικά στο γαμήλο πάρτι, για να ξανακερδίσει τις χαμένες ηδονές της απιστίας. Μόνο ο γάμος εμπνέει τις παράνομες ηδονές. Χωρίς αυτόν γίνονται ρουτίνα (Μίμης Ανδρουλάκης, , Έτσι κάνουν όλες, Ο ερωτικός βίος του καθηγητή «Νοστράδαμου», εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.