HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ηγουμένη

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized
i.ɣuˈme.ni

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. η ανώτερη από τις μοναχές ενός γυναικείου μοναστηριού, αυτή που ασκεί τη διοίκηση και την πνευματική εποπτεία στη μονή

Ισοδύναμα

36 more languages

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: ο λόγιος τύπος ηγουμένη, συχνότερα ως ουσιαστικό”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ηγουμένη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free