HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ζακέτα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/zaˈke.ta/

Ορισμοί

μάλλινο ή βαμβακερό πλεχτό ρούχο με μανίκια που καλύπτει τον κορμό και κουμπώνει μπροστά με κουμπιά ή φερμουάρ· φοριέται συνήθως πάνω από πουκάμισο ή μπλούζα

Ισοδύναμα

English Cardigan jacket

Παραδείγματα

“※ Φορούσε μια ζακέτα με κεχριμπαρένια κουμπάκια, μάλλινη φούστα και σκούρο καλσόν. (Χρήστος Χωμενίδης, Ο κόσμος στα μέτρα του, 2016)”
“※ Πῶς εἶναι δυνατόν νά ἐπιβάλη εἰς τούς ράπτας νά μήν μεταχειρίζωνται πλέον λέξεις καθώς πανταλόνι, ζακέτα, καβαδούρα, καβάλο, παραμέντα, φιλέτο, μπαμπίλα, πέτο, μονόπετο, δίπετο, κρουαζέ, ρεβέρ, σκέτη ραφή, πενιέ, καρτέ, ντεφέτο κτλ. (Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Ξενηλασία ἤ ἰσοτέλεια, κεφάλαιο: Ἠμποροῦν νά φύγουν αἱ ξέναι λέξεις;, εκδ. Π. Δ. Σακελλάριος, 1905, σελ. 45 https://www.google.gr/books/edition/Xen%C4%93lasia_%C4%93_isoteleia/-k8-AAAAYAAJ?hl=el&gbpv=1&dq=%22%CF%80%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%AD%22&pg=PA45&printsec=frontcover)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ζακέτα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course