ευπρεπής
Ορισμοί
ανδρικό όνομα
Ισοδύναμα
Englishdecent
Παραδείγματα
“※ Στο μαγαζί άρχισαν οι πελάτες να αραιώνουν. Ακόμη και οι πιο επιεικείς δεν άντεχαν την περίεργη, απόμακρη, σχεδόν απόκοσμη συμπεριφορά του. Ο πάντα ευπροσήγορος Θεοφάνης, ο ευπρεπής, να έχει γίνει απόκοσμος. (Νίκος Θέμελης, Για μια συντροφιά ανάμεσά μας, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free