HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ευκτική | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/ef.ktiˈci/

Ορισμοί

έγκλιση του ρήματος σε γλώσσες όπως η αρχαία ελληνική· μερικές από τις χρήσεις της είναι η δήλωση της ευχής, της δυνατότητας, της επανάληψης καθώς και στον πλάγιο λόγο και σε υποθετικούς λόγους

Παραδείγματα

“ὃ μὴ γένοιτο (ο μη γένοιτο)”
“δυνητική/ευχετική ευκτική.”
“ευκτική του πλαγίου λόγου”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ευκτική used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course