επιβάτης
Ορισμοί
αυτός που κινείται με ένα μεταφορικό μέσο, ιδιωτικό ή δημόσιο, χωρίς να το οδηγεί ο ίδιος (και εφόσον δεν αποτελεί μέλος του πληρώματος)
Ισοδύναμα
21 more languages
Esperantopasaĝero
Suomimatkustaja
עבריתנוסע
Magyarutas
Portuguêspassageiro
Shqippasagjer
Svenskaresande
Türkçeyolcu
Українськапасажирський
中文乘客
繁體中文乘客
Παραδείγματα
“Κάθε επιβάτης πρέπει να δείξει το εισιτήριό του.”
Every passenger must show their ticket.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free