Meaning of επαρκής | Babel Free
/epaɾˈcis/Ορισμοί
- που κρίνεται ότι μπορεί να ανταποκριθεί ικανοποιητικά σε συγκεκριμένες ανάγκες ή απαιτήσεις
- αρκετός
Παραδείγματα
“Δεν έχω επαρκείς γνώσεις να διδάξω σ’ αυτό το θέμα.”
I don't have enough knowledge to teach this subject.
“Ο τάδε είναι επαρκής ως δάσκαλος.”
So-and-so is competent as a teacher.
“ο τάδε θεωρείται επαρκής ως δάσκαλος”
“οι ορειβάτες είχαν μαζί τους επαρκή ποσότητα τροφής για να επιβιώσουν για πέντε μέρες”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.