HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

επίχριση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2
eˈpixrisi

Ορισμοί

το σκέπασμα, η επάλειψη, το άλειμμα, η επικάλυψη μιας επιφάνειας με κάποια ρευστή ουσία που μετέπειτα στερεοποιείται

Ισοδύναμα

15 more languages

Παραδείγματα

“η επίχριση των τοιχών με ασβέστη αποτελεί κανόνα υγιεινής”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη επίχριση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free