Meaning of επίχριση | Babel Free
/eˈpixrisi/Ορισμοί
το σκέπασμα, η επάλειψη, το άλειμμα, η επικάλυψη μιας επιφάνειας με κάποια ρευστή ουσία που μετέπειτα στερεοποιείται
Παραδείγματα
“η επίχριση των τοιχών με ασβέστη αποτελεί κανόνα υγιεινής”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.