HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of επίπληξη | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/eˈpi.pli.ksi/

Ορισμοί

  1. η αυστηρή παρατήρηση, η οποία γίνεται, προφορικώς ή γραπτώς, σε κάποιον που διέπραξε σφάλμα, με σκοπό τη βελτίωση ή την τιμωρία του
  2. η επίπληξη ως ποινή, συνήθως κατώτερη, που επιβάλλεται σε κάποιον είτε στα πλαίσια ορισμένης ιεραρχίας είτε από δικαστήριο.

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Αφού δε συμμορφώνεται με τις επιπλήξεις, τιμώρησέ τον.”
“Ο μαθητής τιμωρήθηκε αυτή τη φορά με απλή επίπληξη, την επόμενη όμως φορά θα αποβληθεί.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See επίπληξη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course