Meaning of έπιπλο | Babel Free
/[ˈe̞piˌplo̞]/Ορισμοί
ονομασία χρηστικών αντικειμένων (συνήθως κινητών) που χρησιμοποιούνται κυρίως σε κλειστούς χώρους, σπίτια, γραφεία, καταστήματα
Ισοδύναμα
English
furniture
Παραδείγματα
“Πρέπει να αγοράσουμε καινούρια έπιπλα για το σπίτι.”
“Μερικά έπιπλα:”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.