Σημασία του εξάρτυση | Babel Free
Ορισμοί
- το σύνολο των ατομικών ειδών που φέρει ένας στρατιώτης, αστυνομικός κ.λπ., εκτός από τον οπλισμό του, για τη διαβίωση και τη μετακίνησή του
-
ειδική ζώνη με τιράντες και θήκες, σχεδιασμένη για τη μεταφορά πυρομαχικών και άλλων χρήσιμων εξαρτημάτων (φυσιγγιοθήκες, ξιφολόγχη, υδροδοχείο κ.λπ.) especially
-
κάθε σύνολο εξαρτημάτων ή εξοπλισμού που απαιτείται για την εκτέλεση συγκεκριμένης δραστηριότητας ή εργασίας broadly, general
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Οι αστυνομικές δυνάμεις έχουν αναπτυχθεί με πλήρη εξάρτυση, προκειμένου να παρέμβουν. (www.tovima.gr, 02.05.2024)”
“※ Βρίσκομαι σε μια τουριστική ευρωπαϊκή χώρα του Νότου. Στους επαρχιακούς δρόμους, ορισμένοι υπό ανακατασκευή, άλλοι με πολύ φθαρμένο οδόστρωμα, όσοι χρησιμοποιούν μηχανές έχουν πλήρη εξάρτυση μοτοσικλετιστή. Το ίδιο ισχύει και για τους ποδηλάτες. (www.kathimerini.gr29.09.2024)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free