HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ενότητα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/eˈno.ti.ta/

Ορισμοί

  1. η ιδιότητα εκείνη της έλλειψης αποσχιστικών ή διαιρετικών τάσεων
  2. η εμφάνιση κάποιων προσώπων ή πραγμάτων ως ένα ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο με κοινά χαρακτηριστικά
  3. το χαρακτηριστικό του (γραπτού ή προφορικού) λόγου κατά το οποίο τα επιμέρους στοιχεία του συνδέονται ή συγκλίνουν προς συγκεκριμένο θεματικό κέντρο
    especially
  4. το επιμέρους τμήμα ενός κειμένου με συγκεκριμένο θεματικό κέντρο και αυτοτέλεια
    broadly
  5. ή σύνθετη εντολή, είναι αυτοτελές κομμάτι κώδικα (Αγγλ. block) μιας γλώσσας προγραμματισμού, όπως ο κώδικας που περιέχεται σε ένα υποπρόγραμμα. Επεκτείνοντας την έννοια, μπορεί να θεωρηθεί ότι ένα ολόκληρο πρόγραμμα είναι μία ενότητα (block) που περιέχει άλλες μικρότερες ενότητες.

Ισοδύναμα

English unity

Παραδείγματα

“η συμπεριφορά των υπαλλήλων αυτών χαρακτηρίζεται από μία πρωτοφανή αίσθηση ενότητας”
“Στη γλώσσα προγραμματισμού C τα άγκιστρα {...} χρησιμοποιούνται και για να υποδηλώσουν τα όρια (έκταση) μίας ενότητας”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ενότητα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course