HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ενότητα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Standard
eˈno.ti.ta

Ορισμοί

  1. η ιδιότητα εκείνη της έλλειψης αποσχιστικών ή διαιρετικών τάσεων
  2. η εμφάνιση κάποιων προσώπων ή πραγμάτων ως ένα ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο με κοινά χαρακτηριστικά
  3. το χαρακτηριστικό του (γραπτού ή προφορικού) λόγου κατά το οποίο τα επιμέρους στοιχεία του συνδέονται ή συγκλίνουν προς συγκεκριμένο θεματικό κέντρο
    especially
  4. το επιμέρους τμήμα ενός κειμένου με συγκεκριμένο θεματικό κέντρο και αυτοτέλεια
    broadly
  5. ή σύνθετη εντολή, είναι αυτοτελές κομμάτι κώδικα (Αγγλ. block) μιας γλώσσας προγραμματισμού, όπως ο κώδικας που περιέχεται σε ένα υποπρόγραμμα. Επεκτείνοντας την έννοια, μπορεί να θεωρηθεί ότι ένα ολόκληρο πρόγραμμα είναι μία ενότητα (block) που περιέχει άλλες μικρότερες ενότητες.

Ισοδύναμα

Españolunidad
Françaissectionunité
24 more languages

Παραδείγματα

“η συμπεριφορά των υπαλλήλων αυτών χαρακτηρίζεται από μία πρωτοφανή αίσθηση ενότητας”
Στη γλώσσα προγραμματισμού C τα άγκιστρα {...} χρησιμοποιούνται και για να υποδηλώσουν τα όρια (έκταση) μίας ενότητας”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ενότητα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free