Meaning of εμπνέω | Babel Free
/emˈbne.o/Ορισμοί
- δημιουργώ ή προκαλώ έμπνευση
- δημιουργώ ή προκαλώ αίσθημα πλήρωσης ή ευφρόσυνης (πνευματικής ή ψυχικής) διάθεσης
Ισοδύναμα
English
Inspire
Παραδείγματα
“Ο δάσκαλός τους τους είχε εμπνεύσει το ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία.”
Their teacher had inspired them their interest in literature.
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.