HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εμπνέω — definition

Conjugation of εμπνέω

Regular CEFR B1
emˈbne.o

δημιουργώ ή προκαλώ αίσθημα πλήρωσης ή ευφρόσυνης (πνευματικής ή ψυχικής) διάθεσης Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εμπνέω
εσύ εμπνέεις
αυτός / αυτή / αυτό εμπνέει
εμείς εμπνέουμε
εσείς εμπνέετε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπνέουν
Παρατατικός
εγώ ενέπνεα
εσύ ενέπνεες
αυτός / αυτή / αυτό ενέπνεε
εμείς εμπνέαμε
εσείς εμπνέατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενέπνεαν
Αόριστος
εγώ ενέπνευσα
εσύ ενέπνευσες
αυτός / αυτή / αυτό ενέπνευσε
εμείς εμπνεύσαμε
εσείς εμπνεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενέπνευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εμπνεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εμπνεύσω
εσύ εμπνεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό εμπνεύσει
εμείς εμπνεύσουμε
εσείς εμπνεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπνεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εμπνέετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ έμπνευσε
εσείς εμπνεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
εμπνεύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εμπνέομαι
εσύ εμπνέεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εμπνέεται
εμείς εμπνεόμαστε
εσείς εμπνέεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπνέονται
Παρατατικός
εγώ εμπνεόμουν
εσύ εμπνεόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εμπνεόταν
εμείς εμπνεόμασταν
εσείς εμπνεόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εμπνέονταν
Αόριστος
εγώ εμπνεύστηκα
εσύ εμπνεύστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εμπνεύστηκε
εμείς εμπνευστήκαμε
εσείς εμπνευστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπνεύστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εμπνευστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εμπνευστώ
εσύ εμπνευστείς
αυτός / αυτή / αυτό εμπνευστεί
εμείς εμπνευστούμε
εσείς εμπνευστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπνευστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εμπνέεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εμπνεύσου
εσείς εμπνευστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εμπνευστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary