Conjugation of εμπνέω
emˈbne.oδημιουργώ ή προκαλώ αίσθημα πλήρωσης ή ευφρόσυνης (πνευματικής ή ψυχικής) διάθεσης Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εμπνέω |
| εσύ | εμπνέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμπνέει |
| εμείς | εμπνέουμε |
| εσείς | εμπνέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμπνέουν |
Παρατατικός
| εγώ | ενέπνεα |
| εσύ | ενέπνεες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενέπνεε |
| εμείς | εμπνέαμε |
| εσείς | εμπνέατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενέπνεαν |
Αόριστος
| εγώ | ενέπνευσα |
| εσύ | ενέπνευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενέπνευσε |
| εμείς | εμπνεύσαμε |
| εσείς | εμπνεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενέπνευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εμπνεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εμπνεύσω |
| εσύ | εμπνεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμπνεύσει |
| εμείς | εμπνεύσουμε |
| εσείς | εμπνεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμπνεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εμπνέετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | έμπνευσε |
| εσείς | εμπνεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εμπνεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εμπνέομαι |
| εσύ | εμπνέεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμπνέεται |
| εμείς | εμπνεόμαστε |
| εσείς | εμπνέεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμπνέονται |
Παρατατικός
| εγώ | εμπνεόμουν |
| εσύ | εμπνεόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμπνεόταν |
| εμείς | εμπνεόμασταν |
| εσείς | εμπνεόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμπνέονταν |
Αόριστος
| εγώ | εμπνεύστηκα |
| εσύ | εμπνεύστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμπνεύστηκε |
| εμείς | εμπνευστήκαμε |
| εσείς | εμπνευστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμπνεύστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εμπνευστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εμπνευστώ |
| εσύ | εμπνευστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμπνευστεί |
| εμείς | εμπνευστούμε |
| εσείς | εμπνευστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμπνευστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εμπνέεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εμπνεύσου |
| εσείς | εμπνευστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εμπνευστεί |