HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εμποδίζω — definition

Conjugation of εμποδίζω

Regular CEFR C2
emboˈðizo

γίνομαι εμπόδιο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εμποδίζω
εσύ εμποδίζεις
αυτός / αυτή / αυτό εμποδίζει
εμείς εμποδίζουμε
εσείς εμποδίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά εμποδίζουν
Παρατατικός
εγώ εμπόδιζα
εσύ εμπόδιζες
αυτός / αυτή / αυτό εμπόδιζε
εμείς εμποδίζαμε
εσείς εμποδίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπόδιζαν
Αόριστος
εγώ εμπόδισα
εσύ εμπόδισες
αυτός / αυτή / αυτό εμπόδισε
εμείς εμποδίσαμε
εσείς εμποδίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπόδισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εμποδίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εμποδίσω
εσύ εμποδίσεις
αυτός / αυτή / αυτό εμποδίσει
εμείς εμποδίσουμε
εσείς εμποδίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εμποδίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εμπόδιζε
εσείς εμποδίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εμπόδισε
εσείς εμποδίστε
Απαρέμφατο αορίστου
εμποδίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εμποδίζομαι
εσύ εμποδίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εμποδίζεται
εμείς εμποδιζόμαστε
εσείς εμποδίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εμποδίζονται
Παρατατικός
εγώ εμποδιζόμουν
εσύ εμποδιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εμποδιζόταν
εμείς εμποδιζόμασταν
εσείς εμποδιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εμποδίζονταν
Αόριστος
εγώ εμποδίστηκα
εσύ εμποδίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εμποδίστηκε
εμείς εμποδιστήκαμε
εσείς εμποδιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εμποδίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εμποδιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εμποδιστώ
εσύ εμποδιστείς
αυτός / αυτή / αυτό εμποδιστεί
εμείς εμποδιστούμε
εσείς εμποδιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εμποδιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εμποδίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εμποδίσου
εσείς εμποδιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εμποδιστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary