HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

εμπάργκο

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. η απαγόρευση, από μια κυβέρνηση, του απόπλου ή κατάπλου ξένων πλοίων από την επικράτεια του κράτους
    dated
  2. μέτρο που τείνει στον εμποδισμό ελεύθερης κυκλοφορίας ενός εμπορεύματος· η απαγόρευση εξαγωγής ενός (ή πολλών) τύπου(-ων) εμπορευμάτων προς ένα άλλο κράτος
    broadly

Ισοδύναμα

Englishembargo
Españolembargo
Françaisembargo
33 more languages
العربيةحصارحظر
Azərbaycan diliembarqo
Беларускаяэмбарга
Češtinaembargo
Esperantoembargo
Eestiembargo
فارسیتحریم
עבריתחרם
हिन्दीप्रतिबंध
Italianoembargo
ქართულიემბარგო
Қазақ тіліэмбарго
Lietuviųembargas
Македонскиембарго
Polskiembargo
Portuguêsbloqueioembargo
Shqipembargo
Српскиблокада
Tagalogpagpigil
Türkçeambargo
Українськаембарго
Tiếng Việtcấm vận

Παραδείγματα

“Το εμπάργκο έπληξε σοβαρά την οικονομία της χώρας.”

The embargo severely hit the country's economy.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη εμπάργκο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free