Meaning of εμπάργκο | Babel Free
Ορισμοί
-
η απαγόρευση, από μια κυβέρνηση, του απόπλου ή κατάπλου ξένων πλοίων από την επικράτεια του κράτους dated
-
μέτρο που τείνει στον εμποδισμό ελεύθερης κυκλοφορίας ενός εμπορεύματος· η απαγόρευση εξαγωγής ενός (ή πολλών) τύπου(-ων) εμπορευμάτων προς ένα άλλο κράτος broadly
Ισοδύναμα
English
embargo
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.