Meaning of Ελένη | Babel Free
/eˈle.ni/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- η ωραία Ελένη: σύζυγος του Μενέλαου
-
γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ελένης rare
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Ελένης (ανδρικό επώνυμο)
- η αγία Ελένη: μητέρα του Κωνσταντίνου του Μεγάλου
- φυσικός δορυφόρος του πλανήτη Κρόνου
Ισοδύναμα
English
Helen
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.